Sun. Mar 3rd, 2024
0286c986d6be8331107f3e166f4d0ad9 Apgermany Europe Organized Crime 11330 48ac1 960x600
Κοινοποίηση

Η μαφία της Καλαβρίας ξεπέρασε –χάρη στη διακίνηση κοκαΐνης– τη σικελική Κόζα Νόστρα σε πλούτο και επιρροή.

Περισσότερους από 132 ύποπτους για συμμετοχή στην εγκληματική οργάνωση Ντραγκέτα, τη μαφία της Καλαβρίας στη νότια Ιταλία, συνέλαβαν οι αστυνομικές αρχές σε πολλές χώρες της Ευρώπης, στο πλαίσιο μεγάλης επιχείρησης των ευρωπαϊκών υπηρεσιών Eurojust και Europol.

Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης, στην οποία συμμετείχαν 2.770 αστυνομικοί, πραγματοποιήθηκαν 150 έφοδοι και έρευνες σε οκτώ ευρωπαϊκές χώρες (Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ρουμανία και Σλοβενία), καθώς και σε Βραζιλία και Παναμά. Οι 132 συλληφθέντες θα αντιμετωπίσουν διώξεις για διακίνηση κοκαΐνης από τη Λατινική Αμερική στην Ευρώπη, την Αυστραλία και την Αφρική, αλλά και για ξέπλυμα κεφαλαίων, λαθρεμπόριο όπλων, διαφθορά και ανθρωποκτονίες.

Το λιμάνι της Αμβέρσας στο Βέλγιο βρέθηκε στο επίκεντρο της έρευνας, ως κυριότερη πύλη εισόδου κοκαΐνης στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Το 2018, η εισαγγελία της βελγικής επαρχίας του Λίμπουργκ, στο σύνορα Βελγίου, Γερμανίας και Ολλανδίας, είχε εγκαινιάσει έρευνα για τη δραστηριότητα ιταλικών οικογενειών της Ντραγκέτα και τη συμμαχία τους με άλλες ευρωπαϊκές εγκληματικές οργανώσεις για την εισαγωγή και διακίνηση κοκαΐνης στην ήπειρο. Οι οικογένειες αυτές, προερχόμενες από την περιοχή του Σαν Λούκα της Καλαβρίας, φιλοξενούσαν επίσης Ιταλούς φυγόδικους μαφιόζους στο Βέλγιο και στη Γερμανία.

«WhatsApp των εγκληματιών»

Το 2021, κοινή ομάδα Βέλγων και Ιταλών αστυνομικών συστήθηκε προκειμένου να εκμεταλλευθεί πληροφορίες που προήλθαν από την υποκλοπή κρυπτογραφημένων μηνυμάτων μεταξύ διακινητών ναρκωτικών στο δίκτυο SkyECC. Το 2020, η διείσδυση των διωκτικών υπηρεσιών στο δίκτυο EncroChat, που χαρακτηριζόταν το «WhatsApp των εγκληματιών», προσέφερε ανεκτίμητης αξίας πληροφορίες στις αστυνομίες Γαλλίας, Βελγίου και Ολλανδίας.

Η υπηρεσία δικαστικής συνεργασίας Eurojust και η Europol συντόνισαν χάρη στα στοιχεία αυτά τη δράση των διωκτικών υπηρεσιών με στόχο το ευρύ και άριστα οργανωμένο δίκτυο. Τα μέλη της Ντραγκέτα συνεργάζονταν κυρίως με στελέχη του μεξικανικού καρτέλ ναρκωτικών Κλαν ντελ Γκόλφο, αλλά και με δίκτυο κακοποιών αλβανικής καταγωγής στον Ισημερινό.

Σύμφωνα με τη Eurojust, η οργάνωση είχε αναλάβει και μερίδιο του λαθρεμπορίου όπλων προς τη Βραζιλία, έχοντας συνάψει συμφωνία με την πανίσχυρη συμμορία PCC και εξασφαλίζοντας σε αντάλλαγμα φορτία κοκαΐνης. Η Ντραγκέτα χρησιμοποίησε τα κεφάλαια αυτά για μεγάλες επενδύσεις σε ακίνητα, ξενοδοχεία, εστιατόρια και πολυκαταστήματα στη Λατινική Αμερική, αλλά και στην Ιταλία, στο Βέλγιο, στη Γερμανία και στην Πορτογαλία.

Αλλες δικαστικές έρευνες, όπως αυτή στην Ολλανδία με στόχο τη μαφία «Μόκρο Μάφια», ο επικεφαλής της οποίας, Ριντουάν Ταγκί, δικάζεται αυτές τις ημέρες στο Αμστερνταμ, απέδειξαν την ύπαρξη οικονομικών δεσμών μεταξύ Μόκρο Μάφια και Ντραγκέτα στα λιμάνια της Αμβέρσας και του Ρότερνταμ. Η βελγο-ολλανδική μαφία Μόκρο Μάφια συνδέεται επίσης και με τη ναπολιτάνικη μαφία της Καμόρα, αλλά και με άλλες εγκληματικές οργανώσεις στην ανατολική Ευρώπη, το Σουρινάμ της Νότιας Αμερικής και του Μαρόκου, ενεργώντας ως μεσάζων για λογαριασμό της Ντραγκέτα.

Το έργο των διωκτικών αρχών σε Βέλγιο και Ολλανδία για την αξιοποίηση του υλικού από τις υποκλοπές των κρυπτογραφημένων μηνυμάτων είναι τιτάνιο. Σύμφωνα με τον υπουργό Δικαιοσύνης του Βελγίου, Βενσάν φαν Κίκενμπορν, τα τελωνεία της χώρας δεσμεύουν κάθε χρόνο 220 με 250 τόνους ναρκωτικών στην Αμβέρσα.

Η Ντραγκέτα ενίσχυσε σημαντικά τη δύναμή της στην Ιταλία τη δεκαετία του 1970, ξεπερνώντας τη σικελική Κόζα Νόστρα σε επιρροή. Τις επόμενες δεκαετίες εξαπλώθηκε σε άλλες χώρες, εδραιώνοντας την παρουσία της ακόμη και στον Καναδά και στην Αυστραλία.

Το 2008, το ιταλικό ινστιτούτο Eurispes είχε εκτιμήσει τον ετήσιο τζίρο της Ντραγκέτα στα 44 δισ. ευρώ, ποσοστό 3% του ιταλικού ΑΕΠ. Παρότι η εκτίμηση αυτή θεωρείται υπερβολική, ουδείς αμφισβητεί τον πλούτο και την επιρροή που ασκεί η οργάνωση και τον ρόλο της στη διακίνηση κοκαΐνης στην Ευρώπη.

kathimerini.gr